The Best of GRReporter
flag_bg flag_gr flag_gb

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Ο Αμαρτώλος των Βαλκανίων” του Nτιμιτερ Kιρκόφ

08 Οκτώβριος 2015 / 09:10:57  GRReporter
3992 αναγνώσεις

Τα έργα βουλγάρικης λογοτεχνίας σε ελληνική μετάφραση παρουσιάζει η Ζντράβκα Μιχάιλοβα

Ο Ντιμίτερ Κίρκοφ γεννήθηκε το 1945 στο Πλόβντιφ (Φιλιππούπολη). Σπούδασε στη Σόφια βουλγαρική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο 'Αγιος Κλήμης της Οχρίδος. Είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας. Εργάστηκε ως συντάκτης σε φιλολογική εφημερίδα, σε εκδοτικό οίκο και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Διδάσκει Θεωρία και Πρακτική της τέχνης του Λόγου στο Πανεπιστημίου της Σόφιας. Είναι συγγραφέας των βιβλίων λογοτεχνικής κριτικής "Απόψεις και δημιουργία" (1977) και "Αναλύσεις" (1981), του δοκιμίου "Στάσεις στον Παράδεισο" (1998) και των μυθιστορημάτων "Ο λόγος" (1986), "'Ερωτας κόλαση" (1989), "Ο αμαρτωλός των Βαλκανίων" (2000), "Ο μαθηματικός τύπος της καταστροφής" (2003), κ.ά. "O Aμαρτωλός τω Βαλκανίων" κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος (2005) σε μετάφραση του Πάνου Σταθόγιαννη. 'Εργα του έχουν μεταφραστεί επίσης στα ρωσικά και στα γερμανικά.

 

METAΦPAΣH

ΠANOΣ ΣTAΘOΓIANNHΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

 Ι

Το δικό μου φευγιό μ’ έφερε εδώ, στα δικά μας βαλκανικά χώματα. Κι άμα ρωτήσεις γιατί έφευγαν κυνηγημένοι οι άνθρωποι, χίλια στόματα θα σου απαντήσουν ότι το έκαναν για ένα καλύτερο αύριο, για τη σωτηρία τους, αλλά εγώ νομίζω ότι ο κόσμος έτρεχε από το ένα κακό στο άλλο, τάχα στο μικρότερο κακό. Το κακό, όμως, είναι πάντα κακό. Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα _ να τρέχουμε από το κακό στο χειρότερο, μας μοίρανε η βαλκανική μας μοίρα. Και δεν το λέω έτσι για να μιλάμε, γιατί εμένα η μάνα μου με γέννησε στο δρόμο, φεύγοντας κυνηγημένη, κι έχουνε δίκιο όσοι λένε ότι, αν γεννηθείς στο δρόμο, στους πέντε δρόμους θα περάσεις τη ζωή σου.

Από τα μέρη του Αιγαίου κίνησε η άμοιρη και στην κοιλιά της εγώ. Τη ρώτησα κάποτε:

«Γιατί έφυγες, ρε μάνα; Στην κατάσταση που βρισκόσουν...»

Κι εκείνη, γέρνοντας το κεφάλι της:

«Τι να ’κανα; Φεύγανε οι άλλοι, έφυγα κι εγώ».

Αλήθεια είναι, έφυγε όλο το χωριό πάνω σε κάρα, τη φόρτωσαν κι εκείνη κάτι θείοι μου, την έβαλαν να κάτσει πάνω σε κάτι στρωσίδια οι θείες μου και άντε γεια, ενώ το χώμα πάνω στον τάφο του πατέρα μου στο κοιμητήριο του χωριού δεν είχε ακόμα βουλιάξει.

«Από αρρώστια πήγε», έλεγε η μάνα μου. «Εκείνο τον καιρό πολύς κόσμος πήγαινε ή από μαχαίρι ή από βόλι, αλλά εκείνος ήταν τυχερός και πήγε από αρρώστια.»

«Τύχη να φάν’ κι οι κότες!» έλεγα εγώ. «Ο άνθρωπος ήταν ακόμα πολύ νέος. Τι αρρώστια;»

«Γρήγορη αρρώστια», απαντούσε η μάνα μου. «Έβηχε, έβηχε, μέρα και νύχτα του ’γδερνε τα πνευμόνια ο ξερόβηχας, μουδιάσανε τα πόδια του, δεν άντεξε άλλο κι έφυγε. Πολύ τυχερός, σου λέω. Είσαι μικρός ακόμα και δεν ξέρεις τι θα πει τύχη. Είχες κι έναν θείο, τον μικρότερο αδερφό του πατέρα σου, Σπίρο τον λέγανε, δεκαεφτά χρονών παιδί. Το πρωί της δεύτερης μέρας αφότου φύγαμε, χάθηκε. Του φώναξαν, του σφύριξαν, το καραβάνι δεν μπορούσε να περιμένει άλλο _ πουθενά ο Σπίρο. Βρε, που να πάρει! Δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε με το ζόρι τους ανθρώπους, για να τον ψάξουμε. Είχαμε πολύ δρόμο μπροστά μας ακόμα. Ούτε να μείνουμε πίσω μπορούσαμε. Στο τέλος συμφώνησαν να περιμένουν λίγο, βγήκαν οι άντρες να τον ψάξουν _ τελικά τον βρήκανε. Είχε σηκωθεί ο Σπίρο τη νύχτα, κι είχε πάει τριάντα βήματα πιο κει, να κάνει την ανάγκη του σ’ ένα ρέμα, κι εκεί τον έσφαξαν. Ποιος και γιατί; Tρέχα ρώτα! Τον έσφαξαν έτσι όπως καθόταν, ούτε κιχ δεν πρόλαβε να βγάλει το παιδί. Τον έσπρωξαν επίτηδες; Που να ρίξει φωτιά ο Θεός και να τους κάψει! Έγινε τυχαία; Tο πρόσωπό του ήταν χωμένο μέσα στα σκατά... Λοιπόν; Δεν είχε τύχη ο πατέρας σου, που πέθανε από θάνατο κανονικό στο κρεβάτι του, με τους δικούς του ανθρώπους τριγύρω;»

Κι άλλες φορές με είχε στριμώξει η μάνα μου μ’ αυτά τα θέματα σχετικά με τον πατέρα μου και τον Σπίρο, και δεν είχα τι να της πω. Όταν τον άνθρωπο τον τσιγκλάει στην καρδιά ο φόβος, πρέπει να βρει κάτι για να ισορροπήσει η ψυχή του. Κι όταν είναι μέσα στο αίμα και στα σκατά μέχρι τα γόνατα, από πού να πιαστεί, με τι να ξεπλύνει τα μάτια του, για να μπορέσει να διακρίνει το καλό από το κακό; Και ποιος από τα μέρη μας δεν έχει τσαλαβουτήσει σε τέτοιο βούρκο; Αν όχι εσύ, τότε ο πατέρας σου, αν όχι αυτός, τότε ο ξάδερφός του. Κι είναι τύχη για ένα σόι αν αυτός είναι ο παππούς σου, έτσι ώστε να έχει μείνει μια γενιά καθαρή _ να πάρει λίγο αέρα και να καθαρίσει το βλέμμα της...

Αλλά η μάνα μου είχε κι άλλο λόγο για να θυμάται τον κουνιάδο της. Τότε δεν είχαν χρόνο για να τον θάψουν επιτόπου. Το καραβάνι βιαζόταν. Δεν είχαν και με τι να τον πλύνουν. Έτσι, τύλιξαν τον Σπίρο με δυο κουβέρτες και τον φόρτωσαν στο κάρο με την ετοιμόγενη, γιατί μονάχα εκεί είχε χώρο. Δε γίνεται αλλιώς, θα κάνεις κουράγιο. Τα άλλα κάρα ήταν παραφορτωμένα με οικιακά σκεύη και έπιπλα, με δέματα και τσουβάλια _ όχι σφαγμένος άνθρωπος, ούτε καρφίτσα δε χωρούσε εκεί. Πώς ταξίδεψε πλάι στον πεθαμένο, μόνο αυτή το ξέρει, αλλά ποτέ δεν παραπονέθηκε. Aντίθετα, θυμάται εκείνη τη μέρα σαν μέρα χαράς. Δύο ώρες προτού σταματήσουν κάπου, για να διανυκτερεύσουν, την έπιασαν οι πόνοι και, μέχρι να την τακτοποιήσουν κάπως στην πρόχειρη κατασκήνωση, γέννησε γρήγορα και εύκολα _ όπως είπε η πεθερά της, λες και δεν ήταν η πρώτη της γέννα. Ήταν έπαινος; Ήταν σπόντα; Για ν’ απαντήσει κανείς σ’ αυτό το ερώτημα, θα έπρεπε να ’χει γνωρίσει τη γιαγιά μου. Αλλά και τότε, πάλι κάτι θα του ξέφευγε, πάλι κάτι θα του ξεγλιστρούσε, γιατί η γιαγιά μου ήταν άνθρωπος με δύο όψεις.

Ας είναι, αυτό δεν είναι και τόσο σημαντικό, το σημαντικό είναι ότι γεννήθηκε ένα πολύ όμορφο μωρό κι όποιος με έβλεπε, μ’ έφτυνε να μη βασκαθώ. H μάνα μου ήταν ξαπλωμένη στο κάρο, ταλαιπωρημένη από τον πόνο αλλά ευτυχισμένη, και, για να πω την πάσα αλήθεια, εγώ χαίρομαι ακόμα και σήμερα που κάποτε άρεσα σε τόσο πολύ κόσμο. Έτσι έγιναν τα πράγματα: Eνώ οι δύο θείοι μου έσκαβαν τάφο για να θάψουν τον αδερφό τους, οι γυναίκες ετοίμαζαν πάνες για να με τυλίξουν. Άναψαν φωτιά, έβαλαν νερό να βράσει κι από το ίδιο καζάνι έπλυναν τον νεκρό και το νεογέννητο. Με το ένα μάτι έκλαιγαν και με το άλλο χαίρονταν, κι όταν σκοτείνιασε, από το ίδιο μπουκάλι ήπιαν για το «Θεός σχωρέσ’ τον» και το «να ζήσει».

Όμως, κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς γεννήθηκα, ούτε η ίδια μου η μάνα.

«Πού θες να ξέρω;» θύμωνε όταν τη ρωτούσα. «Όπου και να κοίταγες χωράφια. Μακριά φαινόταν ένα βουνό, αλλά εμείς βρισκόμασταν σε ίσιωμα. Ούτε χωριό τριγύρω, ούτε καλύβι...»

«Και τα σύνορα;» δεν την άφηνα σε ησυχία εγώ. «Είχατε περάσει τα σύνορα;»

«Άσε, μωρέ, τις κουταμάρες! Υπήρχαν, μωρέ, σύνορα τότε; Ο θείος σου ο Ιβάν έλεγε ότι γκρεμίσανε τα παλιά, αλλά δεν έχουν σηκώσει ακόμα τα καινούργια. Εκείνον, τον θείο σου τον Ιβάν, τράβα να ρωτήσεις.»

Το είχα κάνει αμέτρητες φορές. Εκείνος έβγαζε την τραγιάσκα του, έτριβε την κόκκινη γραμμή που χάραζε οριζόντια το μέτωπό του κι έλεγε:

«Χίλιες φορές σου το ’χω πει, Μίτκο: Eκείνο τον καιρό, ούτε οι υπουργοί δεν ήξεραν πού είναι τα σύνορα, θα ξέρω εγώ; Θυμάμαι τα παλιά. Ήταν κάπου εκεί που σταματήσαμε να περάσουμε τη νύχτα, αλλά είχα τόσα άλλα πράγματα στο κεφάλι μου, που μόνο για σύνορα δε σκεφτόμουν. Όμως τον τάφο του αδερφού μου, του Σπίρο, τον θυμάμαι καλά. Και τώρα να πάω εκεί, θα τον βρω αμέσως...»

Κι ο θείος Ιβάν άρχιζε να λέει ότι δεξιά του δρόμου υπήρχε μια αχλαδιά με στραβό κορμό, ότι το χωράφι νότια ήταν κακοοργωμένο κι άλλες τέτοιες κουταμάρες. Καταλάβαινε ότι τον κοίταζα παράξενα και μου το ’κοβε απότομα:

«Αυτά από μένα. Άμα δε σου αρέσουν, τράβα να ρωτήσεις τις Μεγάλες Δυνάμεις. Αυτές θα ξέρουν καλύτερα πού γεννήθηκες. Έκοβαν κι έραβαν όπως τους κατέβαινε. Ακόμα και σήμερα στα Βαλκάνια σε κάποιους πέφτει στενό το ρούχο που τους έφτιαξαν, άλλον τον κόβει στον καβάλο, άλλον στους ώμους, και τώρα τελευταία κι εμένα με στενεύει η τραγιάσκα μου...»

Και ξαναφορούσε τη στενή τραγιάσκα στο κεφάλι του.

Απ’ ό,τι φαίνεται, αν δώσεις βάση στο τι λέγεται στον κόσμο, βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις ξέρουν καλύτερα τα βαλκανικά ζητήματα από εμάς τους ίδιους. Ίσως να ξέρουν και πού στην ευχή γεννήθηκα εγώ, ο Ντιμίτερ Ποπόφ. Στην Ελλάδα γεννήθηκα ή στη Βουλγαρία...;

Βέβαια, το διαβατήριό μου με ονομάζει Ντιμίτερ Ποπόφ, αν και... αν και στη ζωή μου ταξίδεψα πολύ κι άλλαξα πολλά πράγματα. Άλλαξα σπίτια, άλλαξα δουλειές, άλλαξα γυναίκες, άλλαξα ονόματα _ μόνο τον εαυτό μου δεν άλλαξα ακόμα. Είμαι αυτό που ήμουν, αλλά ας μη συνεχίσω. Μιλούσαμε για τη γέννησή μου.

Στην Ελλάδα γεννήθηκα; Στη Βουλγαρία; Δεν είναι ξεκαθαρισμένο. Η μόνη αλήθεια είναι ότι πέταξαν τον κομμένο αφαλό μου κάπου στο δρόμο κι αυτό καθόρισε τη ζωή μου. Γεννήθηκα στο δρόμο και γέρασα στο δρόμο, αλλά _ να ξέρεις _ στο δρόμο γερνάς πιο αργά. Αν κολλήσεις σ’ ένα μέρος, τότε τα γεράματα σε βρίσκουν εύκολα. Φαίνεται ότι είμαι τόσο μεγάλος; Ποτέ! Μονάχα το πιστοποιητικό βαπτίσεως με προδίδει.

Εκδόθηκε στο Νευροκόπι, εκεί πρωτοσταμάτησε η οικογένειά μου κι εκεί με βάφτισαν. Έτσι έγραφε και στη μαθητική μου κάρτα _ ότι γεννήθηκα στο Νευροκόπι, αλλά εγώ δεν τη θυμάμαι αυτή την πόλη. Οι δικοί μου έβγαλαν ένα χειμώνα εκεί, δεν τους άρεσε, ξαναμάζεψαν τα συμπράγκαλά τους και, μια εδώ, μια εκεί, κατέληξαν στο Τατάρ Πάζαρτζικ. Πώς γίνεται να μην έχεις πάει στο Πάζαρτζικ; Δεν είναι μικρή πόλη κι έχει πλούτη πολλά, γιατί είναι χτισμένη σε εύφορη πεδιάδα, στην αριστερή όχθη του Έβρου. Τα χωριά γύρω του παράγουν και του πουλιού το γάλα, όλα τα καλά του Θεού, τα εμπορεύματα πουλιούνται με τα κάρα. Αλλά το πιο καλό ήταν ότι γύρω του υπήρχε πολλή κοινοτική γη. Την έδωσαν τζάμπα σ’ εμάς τους πρόσφυγες κι έτσι χτίσαμε εκεί έναν ολόκληρο μαχαλά. Ματζίρσκα λέγεται.

Στην αρχή με λάσπη και πλίνθους, γιατί όλοι μας ήμασταν άνθρωποι φτωχοί, αρχίζαμε από το μηδέν. Αλλά στο Πάζαρτζικ πρέπει να είσαι τεμπελχανάς, για να μη βρεις ένα κομμάτι ψωμί. Δουλειά υπήρχε για όλους. Ακόμα και για τη μάνα, που, μόνη της, μ’ ένα μωρό στα χέρια, έτρεχε δίπλα από τη γιαγιά μου, τους θείους και τις θείες μου.

Οι κανναβουριές έφταναν μέχρι τους τοίχους των σπιτιών. Τότε ο κόσμος καλλιεργούσε πολύ την κάνναβη, γιατί στην πόλη υπήρχε ολόκληρο εργοστάσιο για την επεξεργασία της. Αλλά ετούτα τα φυτά θέλουν δουλειά. Μη νομίσεις ότι τα πας κατευθείαν από το χωράφι στο εργοστάσιο. Όχι. Μόλις τα κόψεις, πρέπει να τα βάλεις στο νερό να μουλιάσουν. Τα έδεναν, λοιπόν, σε μεγάλα δεμάτια και τα πήγαιναν με κάρα άλλοτε στην Τοπόλνιτσα κι άλλοτε σ’ ένα άλλο ποταμάκι εκεί κοντά, που το λέγανε Γκομνιάνκα και είχε πολύ καθαρά νερά. Είχε και κάτι μακρόστενα ψαράκια. Οι γιαγιά Άννα τα έκανε σούπα. Μόλις μουλιάσει καλά η κάνναβη, τότε αρχίζει η μεγάλη ταλαιπωρία. Τη χτυπάνε με τις ώρες με μεγάλους κόπανους μέχρι να μείνουν μόνο οι ίνες της. Μέσα στη λάσπη από το πρωί μέχρι το βράδυ. Το φαντάζεσαι;

Έτσι τους θυμάμαι τους δικούς μου: να κοπανάνε κάνναβη. Όχι ότι δεν έκαναν κι άλλες δουλειές, αλλά στη μνήμη μου έχουν αποτυπωθεί κατάμαυροι σαν γύφτοι, μέσα στη σκόνη και στις λάσπες, να χτυπάνε με τους κόπανους τις κανναβουριές, μέχρι να τους βγει η ψυχή. Εμένα με φρόντιζαν πιο πολύ επειδή ήμουνα ορφανό, αλλά η δουλειά ήταν δουλειά. Μόλις άρχισα να στέκομαι στα πόδια μου, άρχισα κι εγώ να κοπανάω. Για πιάσε τα ποντίκια μου! Ακόμα είναι σκληρά σαν πέτρα. Όχι μόνο από την κάνναβη, αλλά εκεί πρωτοδυνάμωσα. Από τότε, καμιά δουλειά δε μου φάνηκε δύσκολη. Αλλά μη νομίσεις ότι ψοφάω για βαριά δουλειά. Θεός φυλάξει. Αλλά ο άνθρωπος μπορεί και τα εύκολα, μπορεί και τα δύσκολα. Όμως, άλλο πράγμα είναι να τρως την ψίχα του ψωμιού κι άλλο την κόρα.

Τα καλοκαίρια βοηθούσα στις δουλειές και τον υπόλοιπο καιρό πήγαινα στο σχολείο σαν τα άλλα τα παιδιά. Δε θέλω να το παινευτώ, αλλά έκοβε το μυαλό μου. Πήγαινα σ’ ένα σχολείο που το λέγανε «Σχολείο των Τσοπάνων». Δεν ξέρω τι λες εσύ, αλλά εκείνο τον καιρό δεν ήταν καθόλου περίεργο ένα τέτοιο όνομα. Ήταν ένα πολύ καλό σχολείο. Παλιότερα, στην αυλή του συγκέντρωναν οι τσοπάνηδες τα πρόβατά τους προτού κινήσουν για τα βουνά, κι από κει του βγήκε αυτό το όνομα. Γιατί το Πάζαρτζικ ήταν κάτι σαν πόλη-χωριό. Ο κόσμος ασχολιόταν και με την κτηνοτροφία και με τη γεωργία για να ζήσει. Κατά τα άλλα, το σχολείο είχε και επίσημο όνομα: Γκεόργκι Μπρέγκοφ.

Αυτός ο Γκεόργκι Μπρέγκοφ ήταν ένας κάτοικος του Πάζαρτζικ που πήγε στη Βλαχία, έκανε εμπόριο, πλούτισε κι αποφάσισε να κάνει κάτι για την πόλη του _ έδωσε λεφτά για να χτιστεί σχολείο. Σου το λέω αυτό γιατί, όταν βρέθηκα κι εγώ στη Ρουμανία, έβγαλα καλά λεφτά μέσα σ’ ένα χρόνο. Τότε θυμήθηκα τον Γκεόργκι Μπρέγκοφ και σκέφτηκα: Γιατί να μην κάνω κι εγώ ένα καλό; Να χτίσω σχολείο, να χτίσω βιβλιοθήκη ή μήπως θα μου ταίριαζε να φτιάξω ταβέρνα; Αλλά μετά σκέφτηκα ότι ο Βούλγαρος είναι άνθρωπος αχάριστος. Πες ότι έφτιαχνα μια ταβέρνα και τη χάριζα στον παλιό μου μαχαλά, με την εντολή να την κουμαντάρουν από μόνοι τους οι άντρες και να τους έρχεται πιο φτηνά. Είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι θα της άλλαζαν το όνομα, λες και δεν ήμουν εγώ αυτός που έβαλε το χέρι στην τσέπη για να χτιστεί. Τους ξέρω καλά τους ανθρώπους. Κι ενώ σκεφτόμουν τι να κάνω και πώς να πορευτώ, όλα τα χρήματα που είχαν τρέξει σαν νεράκι από τα δάχτυλά μου, σπαταλήθηκαν για άλλες βλακείες.

Μην κοιτάς που τώρα είμαι γδυτός και άφραγκος. Όλο και κάτι πέρασε από τα χέρια μου, αλλά έζησα σε πέντε κράτη και τα έξοδά μου ήταν πολλά... Κι αν χρωστάω σε κάποιους, σε πολύ περισσότερους έχω δώσει λεφτά και με το παραπάνω.

Για ποιο λόγο αλήτεψα σ’ αυτά τα πέντε κράτη; Μου είναι δύσκολο να σου απαντήσω, έτσι με δυο λέξεις. Αυτό προσπαθώ να σου πω από την αρχή. Πες το τύχη, πες το μοίρα _ το ζήτημα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να της ξεφύγει. Κάτι φορές σ’ αφήνει να νομίσεις ότι της ξέφυγες, σ’ αφήνει να στρίψεις σε άλλους δρόμους και να πιστέψεις ότι είσαι παλικάρι. Θα τη νικήσω, λες, θα βρω μιαν άλλη τύχη, καλύτερη, αλλά εκείνη σ’ αρπάζει ξαφνικά από το σβέρκο και σε ξαναπάει εκεί που είχε απ’ την αρχή αποφασίσει. Κάτι φορές μπορεί ακόμα και βασιλιά να σε κάνει, αλλά τις περισσότερες σου τρίβει τη μούρη σε σκυλόσκατα, σε ρίχνει κάτω, σε λιανίζει, σε μασουλάει όπως η αγελάδα το χορτάρι, και το μόνο που μπορείς να κάνεις εσύ είναι να τη βρίζεις και να τη βλαστημάς. Βλακείες! Τη μοίρα σου πρέπει να την αγαπάς. Είναι δικιά σου και πρέπει κάπως να τα βρεις μαζί της. Να μην κατεβάζεις τα μάτια, αλλά να την κοιτάς στα ίσια και να την κρατάς από το χέρι. Ωστόσο εμείς όλο κλαιγόμαστε με τη μοίρα που μας έλαχε _ και Έλληνες και Σέρβοι και Βούλγαροι και Ρουμάνοι. Όλο κατεβάζουμε τα μούτρα, όλο στραβομουτσουνιάζουμε μόλις γίνει λόγος για την αφεντιά της, όλο κοιτάμε πώς να την κοροϊδέψουμε. Οι Τούρκοι είναι πιο ξύπνιοι από μας σ’ αυτό το πράγμα. Όχι ότι αυτοί δε βλαστημάνε τη μοίρα τους, αλλά όταν το κάνουν σκεπάζουν το κεφάλι τους με μια κουβέρτα και βουλώνουν τ’ αυτιά τους, να μην ακούσουν ούτε οι ίδιοι ούτε κανένας άλλος τη βλαστήμια τους.

Κι εμένα η μοίρα μου το θέλησε να ζήσω έτσι. Τι νομίζεις, μόνος μου πήρα την απόφαση να φύγω μακριά από τη μάνα μου και τους συγγενείς μου; Ποτέ. Λες να το ήξερα ότι με τον φίλο μου τον Μιχάλη θα φτάναμε τόσο μακριά; Καθόλου. Μερικές φορές μπορείς να καταλάβεις τη μοίρα σου και από τα αστειάκια που σου κάνει. Ξαφνικά, έρχονται έτσι τα πράγματα και αγαπάς εκείνο που προηγουμένως μισούσες. Προσπαθείς να ξεφύγεις από κάτι και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι τρέχεις στο κατόπι του. Αλλά αυτά τα πράγματα τα βλέπεις αργότερα _ όταν όλα έχουν πια περάσει...

Ξέρεις πόσο κακά γίνονται τ’ αγόρια στους μαχαλάδες, όταν θέλουν να σε πληγώσουν; Θα σου κολλήσουν το χειρότερο παρατσούκλι, θα βγάλουν τραγούδι, δε θα σ’ αφήσουν σε χλωρό κλαρί. Κι όσο περισσότερο στενοχωριέσαι και νευριάζεις, τόσο πιο πολύ σε πειράζουν. Και τα παιδιά του Πάζαρτζικ ήταν μανούλες σε κάτι τέτοια. Εμένα δε με ενοχλούσαν πάρα πολύ. Σου το ’πα και πριν: Ήμουν δυνατός, πάλευα σαν στοιχειό, έτσι κοίταζαν να μην έχουν και πολλά πολλά μαζί μου. Bέβαια κι εγώ δεν τους πολυέδινα σημασία. Αλλά ήτανε κι ένα παιδί από το διπλανό μαχαλά _ ένα χαμένο, ύπουλο, τσιμπλιάρικο, του ’τρεχαν μύξες διαρκώς, Σάβτσο το λέγανε _, που μου είχε βγάλει ένα παρατσούκλι, μια λεξούλα μόνο, που μόλις την άκουγα μ’ έπιαναν τα διαόλια μου. Πίστεψέ με, από άλλον δεν την άκουσα ποτέ, μόνο εκείνος με φώναζε έτσι. Μου είχε βρει το κουμπί. Και δε μου την έλεγε από κοντά, αλλά μου τη φώναζε από μακριά: «Έλληνα! Έλληνα!» Λες και με ζεμάτιζε με καυτό νερό. Έτρεχα να το πιάσω, αλλά εκείνο καθόταν στην αυλόπορτα του σπιτιού του, χωνόταν μέσα σαν νυφίτσα και κλείδωνε. Πρέπει να παραδεχτώ ότι από παιδί ακόμα είμαι πολύ νευρικός _ όταν ξεσπάω, δεν ξέρω τι κάνω. Εχ, έτσι και τον έπιανα στα χέρια μου εκείνο τον Σάβτσο, θα τον έσκιζα στα δύο! Ευτυχώς που δεν τον έπιασα ποτέ.

Με τον καιρό, τα νεύρα μου καλμάρισαν. Αν τύχαινε να συναντήσω τον Σάβτσο στο δρόμο, το πολύ πολύ να του έδινα μια σφαλιάρα στο σβέρκο. Αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν το σκέφτηκε μόνος του αυτό το παρατσούκλι. Θα πρέπει να είχε ακούσει από τους δικούς του, από κάποιους μεγάλους, ότι είμαι πρόσφυγας, ότι έχω έρθει από την Ελλάδα, άρα είμαι Έλληνας. Και το να είσαι Έλληνας, όπως και να το κάνουμε, είναι άσχημο πράγμα και προσβλητικό. Αφού το λένε και οι παροιμίες μας: «Ο Έλληνας είναι λύκος», «Ο Έλληνας λέει ψέματα όσο δέκα γύφτοι», «Ο Θεός να σε φυλάει από λύκους της Βλαχίας κι από Έλληνες του Αιγαίου». Εντάξει, ας πούμε ότι έτσι σκέφτονταν οι γονείς του Σάβτσο, όμως το ζήτημα είναι: Γιατί εγώ νευρίαζα τόσο πολύ; Κάτι συνέβαινε. Πράγματι, ήρθαμε από τα μέρη του Αιγαίου. Πράγματι, οι δικοί μου στο σπίτι πού και πού έλεγαν και κάποιες κουβέντες στα ελληνικά. Όταν ήθελαν να μου κρύψουν κάτι, πάλι ελληνικά μιλούσαν. Είχα πατήσει τα δέκα κι αυτό το γεγονός με μπέρδευε, αισθανόμουν ενοχές. Φοβόμουν να μη με πάρουν για άλλον, για ξένο, για κάτι διαφορετικό από την υπόλοιπη πιτσιρικαρία. Να γιατί δεν άντεχα να με φωνάζουν «Έλληνα», αν και αυτός ο οργισμένος μου φόβος έριχνε νερό στο μύλο του Σάβτσο.

Έτσι όπως τα βλέπω τώρα τα πράγματα, η δουλειά δε σταματούσε μόνο στους γονείς του Σάβτσο. Το ζήτημα είναι ότι σ’ εμάς τους Βουλγάρους μάς αρέσει πολύ να χωριζόμαστε και να μην παραδεχόμαστε ότι είμαστε καθαροί Βούλγαροι. Σόπηδες, Βλάχοι, Καλυβάδες, Ματσακούρτσιδες, Κλατικούρτσιδες _ όλοι Βούλγαροι είμαστε, αλλά μονάχα οι συχωριανοί μας είναι οι πιο καθαροί Βούλγαροι. Μπορεί να μην το λέμε φωναχτά, αλλά όλοι το ίδιο πιστεύουμε. Πάρε δυο ανθρώπους από δυο γειτονικές επαρχίες. Σε λίγο θα κοιτάει ο ένας τον άλλον και θα ξινίζει τα μούτρα: «Aπό τη Βράτσα είναι ο άνθρωπος, δεν πάει στο διάολο!» Ή από κάπου αλλού, από οπουδήποτε. Γιατί είναι έτσι; Γιατί ο αδερφός δεν αναγνωρίζει τον αδερφό του; Δεν ξέρω να σου πω. Aλλά, μια που έγινε λόγος, νομίζω ότι, τότε που αρχίσαμε να βράζουμε σαν λαός, κάτι έγινε και δε βράσαμε έτσι όπως έπρεπε. Κόπηκε η ζύμωση στη μέση κι έτσι ήπιαμε πολύ ξινισμένο κρασί από τούτο το κρασοβάρελο.

Λοιπόν, μίλαγα για τους Έλληνες. Δεν τους συμπαθούσα καθόλου και μισούσα φοβερά το να με φωνάζουν Έλληνα. Αλλά ήρθαν έτσι τα πράγματα και ο πιο καλός μου φίλος ήταν Έλληνας. Τι πού; Στο Πάζαρτζικ, όταν τέλειωσα τις τρεις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Εκείνο τον καιρό είχα κολλήσει με τα περιστέρια. Ο θείος Στέριου μού έφερε κάποτε ένα ζευγάρι, στήσαμε περιστερώνα στον κήπο και σιγά σιγά τα περιστέρια πολλαπλασιάστηκαν. Τα έμαθα διάφορα κόλπα. Τα αμολούσα να πετάξουν ψηλά στον ουρανό και, όταν τους σφύριζα, κατέβαιναν σαν σαΐτες. Απίστευτη ομορφιά. Υπάρχουν εκατό διαφορετικοί τρόποι να μιλήσεις με τα περιστέρια. Σφυρίζεις, σουρίζεις, πλαταγίζεις τη γλώσσα σου άλλες φορές απότομα κι άλλες κοφτά, και τα κάνεις να κόβουν βόλτες στον ουρανό και να στρίβουν _ ό,τι σου αρέσει τα κάνεις. Αλλά έτσι και κολλήσεις μαζί τους, πάει, χάθηκες. Πολλοί περιστεράδες χαλάσανε τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους μ’ αυτά τα πουλιά. Η γιαγιά Άννα γκρίνιαζε συνεχώς:

«Διώξ’ τα αυτά τα περιστέρια, έχουν βρωμίσει τα πάντα εδώ μέσα! Έτσι και κάτσουν σ’ ένα σπίτι, συμφορά περιμένει τους ανθρώπους».

«Προλήψεις!» της απαντούσα εγώ. Πήγαινα στο σχολείο, μορφωνόμουν και δεν πίστευα σε τέτοιες κουταμάρες. Είχα και τον θείο Στέριου που μου έκλεινε κρυφά το μάτι και με υποστήριζε.

Με υποστήριζε, δε με υποστήριζε, δυο φορές τα ξεκλήρισε η γιαγιά. Πήγε νύχτα στον περιστερώνα μ’ ένα σακί στο χέρι. Τους έκοβε ένα ένα τα κεφάλια και τα έριχνε στο σακί, μέχρι που γέμισε. Εγώ έκλαιγα, χτυπιόμουν, έκανα εμετό, όταν την είδα να τα ψήνει σ’ ένα ταψί. Άφηνα να περάσει λίγος καιρός κι ύστερα άρχιζα πάλι απ’ την αρχή με καινούργια πουλιά...

Ήταν μετά τη δεύτερη εξολόθρευσή τους, τότε που είχα πάει στο παζάρι ν’ αγοράσω ένα καινούργιο ζευγάρι. Κοίταζα να βρω κάποια από καλό σόι, έκοβα βόλτες γύρω από τα κλουβιά, έσπρωχνα και σπρωχνόμουν, γιατί τα περιστέρια πάντα μαζεύουν πολύ κόσμο γύρω τους. Κάποια στιγμή, είδα ένα πολύ όμορφο αρσενικό _ δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω του. Άρχισα να το γυροφέρνω, να ρωτάω για την τιμή του, να κάνω παζάρια, μέχρι που ο έμπορος μου είπε νευρικά:

«Άντε, αγόρι, πάρ’ τα όλα, δυο τρία μου ’μειναν. Άντε να τελειώνουμε!»

Και μου είπε μια τιμή _ όχι ιδιαίτερα ακριβή. Ό,τι έπρεπε για μένα! Βάζω το χέρι στην τσέπη να βγάλω τα λεφτά, αλλά νιώθω κάποιον να με πιάνει από τον ώμο και να με τραβάει. Γυρνάω θυμωμένος, ένα παιδί στην ηλικία μου με κοίταζε άγρια:

«Έλα δω, αδερφάκι! Έλα να σου πω κάτι». Και με τραβάει με δύναμη. Έκανα πίσω κι εκείνο συνέχισε να μου λέει ψιθυριστά: «Δε βλέπεις ότι εκείνο το αρσενικό είναι του Γκαβάζ. Τα περιστέρια είναι κλεμμένα!»

Βρε, πώς θα την πάταγα! Υπήρχε τότε ένας μεθύστακας, που πλακωνόταν συνέχεια στο ξύλο _ ο Γκαβάζ _, καμιά δεκαριά χρόνια πιο μεγάλος από μένα. Δε δούλευε πουθενά, μόνο τα περιστέρια είχε στο νου του κι απ’ αυτά έβγαζε λεφτά για να πίνει. Πού να τα ξέρω εγώ τα περιστέρια του; Και ποιος ήταν αυτός που είχε τολμήσει να τον κλέψει;

Δεν είχαμε προλάβει να πούμε δυο κουβέντες, να τος κι ο ίδιος ο Γκαβάζ. Ξεκούμπωτος μπροστά στο στήθος, ξυπόλητος, με τα μπατζάκια του παντελονιού του μαζεμένα κι από πίσω δυο τρεις από την παρέα του. Κοίταζαν δεξιά αριστερά, μέχρι που εντόπισαν τον έμπορο. Βλαστήμια, χαστούκι, δεύτερο χαστούκι... Ο κλέφτης ήταν σπανός και μισή μερίδα. Έσκουζε με μια ψιλή φωνή.

«Δεν είμαι εγώ», στρίγκλισε, «εκείνο το παιδί μου τα έδωσε!» Και δείχνει εμένα.

Το μάτι του Γκαβάζ γύρισε ανάποδα, έφτυσε τις παλάμες του και ζύγωσε προς το μέρος μου. Δεν ήθελε και πολύ, μέχρι να προλάβω να δικαιολογηθώ, θα είχα φάει το ξύλο της αρκούδας. Αλλά ο Θεός θέλησε να στείλει έναν σωτήρα. Το άγνωστο αγόρι μπήκε στη μέση και είπε:

«Λέει ψέματα, Γκαβάζ! Εμένα με γνωρίζεις, έτσι δεν είναι; Το παιδί από δω δεν έχει καμία σχέση. Εκείνος εκεί αδειάζει τους περιστερώνες. Άδειασε και τον δικό μου».

«Σε γνωρίζω, Μίχο», μούγκρισε ο Γκαβάζ και γυρίζοντας έριξε διπλό ξύλο στον σπανό. Στο τέλος, του άδειασε τις τσέπες και του πήρε ό,τι λεφτά είχε.

Έτσι γνωρίστηκα με τον Μιχάλη. Φύγαμε μαζί από το παζάρι και στο δρόμο πιάσαμε κουβέντα.

«Μίχο είπες πως σε λένε;» τον ρώτησα κάποια στιγμή.

«Μιχάλη», μου απάντησε εκείνος.

«Τι όνομα είναι αυτό;» απόρησα εγώ. «Μιχαήλ _ το γνωρίζω. Το ίδιο και το Μίσο ή το Μίχο. Αλλά το Μιχάλης...»

«Είναι ελληνικό», μου εξήγησε.

«Πώς έτσι ελληνικό;»

«Είμαι Έλληνας! Αληθινός!» είπε αργά και κοκκίνισε ολόκληρος.

Βρε που να πάρει και να σηκώσει, κάτι τέτοιο δεν το περίμενα. Και αυτός είχε περιστέρια σαν κι εμένα, και αυτός ήταν ξυπόλητος και με μπαλωμένο πουκάμισο σαν κι εμένα, συνομήλικοι ήμασταν, στην κουβέντα ταιριάζαμε, μου φάνηκε θαρραλέος και δυνατός, αλλά τι να το κάνεις που ήταν Έλληνας... Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό ο Σάβτσο και το πόσο πολύ με νευρίαζε κάποτε. Μου ήρθαν στο μυαλό και οι δικοί μου, που είχαν φύγει από την Ελλάδα κυνηγημένοι από Έλληνες. Σε Έλληνα βρήκα να πέσω; Αλλά δε βγάζω λέξη ύστερα από εκείνα τα λόγια του Μιχάλη ότι είναι Έλληνας, το ίδιο κι αυτός, έτσι περπατάμε ο ένας δίπλα στον άλλον σκεφτικοί, προσπαθούμε να μαντέψουμε ο ένας τις σκέψεις του άλλου, μέχρι που φτάσαμε στη διασταύρωση κοντά στο Θρακιώτικο Χάνι.

«Εγώ πάω προς τα δω», είπε ο Μιχάλης και μου ’δειξε με το κεφάλι τον ένα δρόμο. «Λοιπόν, άλλαξες γνώμη;»

«Όχι», του κάνω. «Γιατί ν’ αλλάξω γνώμη;» Με είχε καλέσει να δω τον περιστερώνα του.

«Μου φάνηκε ότι μούτρωσες κάπως, όταν σου είπα πως είμαι Έλληνας.»

Μου το πέταξε κατάμουτρα. Ντράπηκα που με είχε καταλάβει και του είπα ψέματα:

«Κάνεις λάθος! Το ίδιο μου κάνει, είτε είσαι Έλληνας είτε είσαι Αρμένης».

Ο Μιχάλης μού έριξε μια λοξή ματιά _ δεν κατάλαβα αν το έκανε επειδή ήταν δύσπιστος ή από ευγνωμοσύνη, επειδή κι εκείνον τον είχαν προσβάλει διάφοροι τύποι σαν τον Σάβτσο. Και σταματήσαμε να μιλάμε γι’ αυτό. Δεν έπρεπε να ξύνουμε πληγές. Άλλωστε, τι είχαμε να μοιράσουμε εμείς οι δύο;

Ο περιστερώνας του μου πήρε το μυαλό. Φαρμακείο. Τα κουτάκια με το φαγητό τέλεια, το ίδιο και οι ποτίστρες, τα πάντα μπογιατισμένα και πεντακάθαρα. Για τα περιστέρια του καλύτερα να μη μιλήσω! Τον παινεύω κι εκείνος μου διηγείται για το πόσο καιρό παραμόνευε τον σπανό να τον πιάσει στα πράσα. Είχε ορκιστεί να τον εκδικηθεί, γιατί του είχε κλέψει και του ίδιου αρκετά πουλιά. Τον είχε παρακολουθήσει να κλέβει και είχε ειδοποιήσει τον Γκαβάζ. Την άλλη μέρα το πρωί, του είπε ο Γκαβάζ να πάει μπροστά, μέχρι να βρει τον κλέφτη και να του κάνει νόημα. Γι’ αυτό είχε κουβαλήσει κι όλη τη συμμορία του κοντά. «Επικίνδυνος άνθρωπος!» είπα από μέσα μου. Περίμενε, παραφύλαγε και στο τέλος έστησε την παγίδα του... Ενώ εγώ, αν ήξερα ποιος μου είχε κλέψει τα περιστέρια, δε θα κρατιόμουν με τίποτα· θα πήγαινα αμέσως να τον αρπάξω από το λαιμό. Άρχισα να του λέω για τη γιαγιά Άννα.

Ο Μιχάλης χτύπησε τα χέρια του: «Nαι, υπήρχε μια τέτοια πρόληψη». Ύστερα μπήκε στο κλουβί, διάλεξε δυο, το πιο ωραίο ζευγάρι (απ’ αυτά με τις κατσούλες), και μου τα έχωσε στον κόρφο.

«Μην απελπίζεσαι», μου κάνει. «Αυτά τα δύο είναι ότι πρέπει για ζευγάρωμα.»

Έβαλα το χέρι στην τσέπη, να βγάλω λεφτά και να τον πληρώσω, εκείνος δε δεχόταν, εγώ επέμενα, εκείνος συνέχισε να λέει «όχι», γελούσε, και ξαφνικά μου πρότεινε:

«Εντάξει, δώσε μου δυο λέβα. Αυτή είναι η τιμή τους».

Τα δύο λέβα ήταν σχεδόν τσάμπα, αλλά ο Μιχάλης δεν ήθελε να του δώσω περισσότερα.

«Κάποτε θα μου πουλήσεις κι εσύ κάτι για δύο λέβα», μου προτεινε.

Παμπόνηρος άνθρωπος! Φρόντισε και να μου κάνει δώρο και να με υποχρεώσει για το μέλλον. Κι εγώ συμφώνησα. Πήρα τα δύο κατσουλάτα περιστέρια.

 

Tags: Κλινική στον τρίτο όροφο σειρά μικρή οθόνη
ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΜΑΣ!
Το περιεχόμενο του GRReporter φτάνει σε σας δωρεάν 7 ημέρες την εβδομάδα. Δημιουργείται από μια ομάδα επαγγελματιών δημοσιογράφων, μεταφραστών, φωτογράφων, εικονοληπτών, ειδικών λογισμικού, γραφικών σχεδιαστών. Αν σας αρέσει η δουλειά μας και την παρακολουθείτε, σκεφτείτε μήπως θα θέλατε να μας υποστηρίξετε οικονομικά με ποσό που επιθυμείτε.
Subscription
Μπορείτε να μας βοηθήσετε και με εφάπαξ αποστολή οποιουδήποτε ποσού:
blog comments powered by Disqus