The Best of GRReporter
flag_bg flag_gr flag_gb

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Ραιδεστός” της Σέβντα Σεβάν

10 Σεπτέμβριος 2015 / 14:09:27  GRReporter
5020 αναγνώσεις

Ντρεπόταν τις γυναίκες. Αισθανόταν ότι κι αυτές τον ντρέπονταν. Στην πραγματικότητα γνώριζε μόνο τη μητέρα του και τις δύο αδερφές του. Οι άλλες ήταν φίλες και γειτόνισσές τους, ξαδέρφες και θείες, αξιοσέβαστες ηλικιωμένες γυναίκες, που πήγαιναν μαζί στην εκκλησία τις γιορτές, μαζί στους γάμους και στις κηδείες. Τότε τα μάτια του Δαβίδ συναντούσαν τα έντονα βλέμματα των κοριτσιών, όλο και πιο συχνά όσο τα σώματά τους μεγάλωναν και ήταν πια δύσκολο να κρυφτούν οι καμπύλες τους κάτω απ’ τα ριχτά φουστάνια τους από γυαλιστερό ύφασμα. Ο Δαβίδ φοβόταν μήπως σπάσουν και γι’ αυτό άφηνε τη δύναμή του να φτάνει μόνο μέχρι τα μάτια _ κάνοντας μάγουλα και λαιμούς να φουσκώνουν και να κοκκινίζουν _ και ύστερα μαζευόταν απότομα και κρυβόταν πίσω από τους φερετζέδες των σκοτεινών ανατολίτικων βλεφάρων του.

Ένιωθε ότι του άρεσαν όλες.

Είχε «γνωρίσει» μόνο μία, αλλά εκείνη δεν ήταν γυναίκα σαν τις άλλες, γιατί δεν πήγαινε στην εκκλησία ούτε έβγαινε έξω να τη δει ο ήλιος. Του άρεσε η μυρωδιά και η ζεστασιά του σπιτιού της, που αργότερα το θυμόταν σαν ένα τεράστιο κρεβάτι που πάνω του είχε αφήσει κάτι από τον εαυτό του. Eίχε μείνει κάμποσες ώρες εκεί κι όταν έφυγε ένιωθε κουρασμένος και ξεκούραστος ταυτόχρονα, ελεύθερος από τους λυγμούς που τόσον καιρό κρύβονταν στο λαιμό του. Κάμποσες μέρες στη σειρά πήγαινε πέρα δώθε σαν ζαλισμένος, δεν καθόταν στο τραπέζι με τους άλλους, ήθελε να τρώει μόνος του στο δωμάτιό του, αισθανόταν θλίψη και ενοχή, χωρίς να μπορεί να καταλάβει ποια ήταν η αιτία. Δεν υπήρχε άλλος άντρας στο σπίτι, να κάτσει δίπλα του και να του πει ότι ήταν καιρός να παντρευτεί κι αυτός, ν’ αποκτήσει δική του γυναίκα.

Πρώτη το κατάλαβε η μητέρα του. Δεν είπε τίποτα, γιατί ο Δαβίδ ήταν άντρας και δεν της επιτρεπόταν να μπλέκεται στις δικές του αντρικές υποθέσεις. Την τρόμαζε η σκέψη ότι μια μέρα θα περνούσε σε «δεύτερη μοίρα». Υπήρχαν ήδη πολλές γυναίκες στο σπίτι· δεν χρειάζονταν άλλες. Ενώ εκείνος ήταν ένας. Έχωνε τα χέρια της στην μπουγάδα και ξεχνιόταν μες στις σαπουνάδες με τα πουκάμισά του _ φαρδιά, αντρίκεια, ίδια μ’ εκείνα του πατέρα του. Ο Θεός δεν θέλησε να την αφήσει να χαρεί για πολύ τον έγγαμο βίο. Κι όλος ο πόθος που κρυβόταν μέσα της γι’ αυτόν τον ένα και μοναδικό άντρα απλωνόταν και στο νερό της πλύσης, μέχρι που τα χέρια της μαραίνονταν από τη θλίψη.

Η Οβσάνα ήταν ακόμα νέα, με κορμί γερό και όμορφα μαλλιά. Και η αγάπη της για τον Δαβίδ ήταν το πιο δυνατό πράγμα στον κόσμο.

Κι άρχισε να του ψάχνει νύφη.

Τη βρήκε ένα αυγουστιάτικο απόγευμα στο λιμάνι. Είχε έρθει να παραγγείλει κρόσσια στον έμπορο Ζαφείρη που πηγαινοερχόταν στην Πόλη μια φορά τη βδομάδα. Το κορίτσι στεκόταν μόνο του στο μόλο σαν χαμένο, δεν τολμούσε να μιλήσει ούτε στ’ αρμένικα ούτε στα τούρκικα. Μαυριδερό, μαζεμένο, έμοιαζε με λεπτή στήλη καπνού. Γύρω της πηγαινοέρχονταν ψαράδες, ασκέρια, κάμποσοι ελεύθεροι άντρες με μουστάκια και λοξά βλέμματα· δυο τρεις χανούμισσες με φερετζέδες κουβαλούσαν τους μποξάδες και τα παιδιά τους στο καΐκι που μόλις είχε φτάσει και ετοιμαζόταν να αποπλεύσει και πάλι. Οι χαμάληδες της πόλης, ο Αλή και ο Σπύρος, κάθονταν κατάχαμα στα πλακάκια μπροστά από την παράγκα του τελωνείου κι έπιναν ήσυχα το τσάι τους, αφού είχαν δει ότι ετούτο το πλεούμενο δεν είχε δουλειά για τις πλάτες τους. Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση. Οι βάρκες κινούνταν ράθυμα στη λεπτή γραμμή του ορίζοντα. Από τον καφενέ του Χοβσέν ερχόταν μια μυρωδιά από καλοκαβουρδισμένο καφέ κι ακούγονταν ήχοι μαντολίνου _ οξείς, αραιοί, σαν ψιχάλες πάνω σε λαμαρίνα. Τέτοια ώρα, οι λιγοστοί πελάτες ήταν Τούρκοι, μόνοι συνήθως, χωρίς παιδιά και οικογένειες. Δεν είχαν το έθιμο να επιστρέφουν το σούρουπο στο σπίτι τους, να κάθονται στην αυλή για να πιουν τη μαστίχα τους, ανάμεσα σε γυναικόπαιδα που, όπως είναι το σωστό και το πρέπον, θα έσπευδαν να τους δείξουν το σεβασμό τους και να τους φέρουν λεκάνες για να πλυθούν.

Η Οβσάνα πήρε την απόφαση να βοηθήσει την άγνωστη χριστιανοπούλα.

Ούτε που της πέρασε από το μυαλό ότι μια μέρα αυτό το κορίτσι θα ξάπλωνε στα σεντόνια του γιου της _ σεντόνια από την προίκα που είχε κεντήσει η ίδια και είχε στολίσει με δαντέλες και ξόμπλια πολλά, για την περίπτωση που θα τους τύχαινε νύφη «ξυπόλητη». Είχε φτιάξει αυτά τα προικιά χωρίς αγάπη, με πείσμα και νεύρα για τη νύφη που έλεγε κιόλας απ’ τα πριν ότι «την ήξερε καλά» εκείνη. Δεν της περνούσε από το μυαλό ότι θα ήταν η Σουρπίγκ, το ορφανό της αδερφής του χατζή Χατσικιάν από την Πόλη, μια γατούλα που είχε βρει το κουράγιο να φύγει απ’ το πατρικό της όταν ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε και να βρει καταφύγιο στο σπίτι του θείου της. Δεν της περνούσε από το μυαλό ότι αυτό το ορφανό θα έπαιρνε το όνομά της, θα γινόταν μητέρα των εγγονιών της και αφέντρα της περιουσίας της. Αλλά ο Θεός έχει τα δικά Του σχέδια! Την είχε φέρει εκεί, εκείνη τη μέρα κι εκείνη την ώρα, γιατί ήθελε να συναντηθούν. Ήθελε να τις οδηγήσει μαζί, πιασμένες χέρι χέρι, σ’ εκείνη την όχθη του Ευφράτη, μπροστά στη Στύγα που θα κατάπινε τα πάντα, χωρίς να νοιαστεί για χωράφια, αμπέλια και μποξάδες, χωρίς να νοιαστεί για τη ζωή· για ολόκληρη τη ζωή, αυτή που είχε περάσει κι εκείνη που θα ερχόταν μετά το θάνατό τους...

Tags: Στη βιβλιοθήκη των γειτόνων στήλη αναγνώστες έργα λογοτεχνίας μεταφράσεις
ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΜΑΣ!
Το περιεχόμενο του GRReporter φτάνει σε σας δωρεάν 7 ημέρες την εβδομάδα. Δημιουργείται από μια ομάδα επαγγελματιών δημοσιογράφων, μεταφραστών, φωτογράφων, εικονοληπτών, ειδικών λογισμικού, γραφικών σχεδιαστών. Αν σας αρέσει η δουλειά μας και την παρακολουθείτε, σκεφτείτε μήπως θα θέλατε να μας υποστηρίξετε οικονομικά με ποσό που επιθυμείτε.
Subscription
Μπορείτε να μας βοηθήσετε και με εφάπαξ αποστολή οποιουδήποτε ποσού:
blog comments powered by Disqus