The Best of GRReporter
flag_bg flag_gr flag_gb

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Aποστολή Λονδίνο” του AΛEK ΠOΠOB

16 Σεπτέμβριος 2015 / 09:09:41  GRReporter
4709 αναγνώσεις

Ο Κόστα Μπανιτσάροφ ήταν μια μοναχική και απελπισμένη ψυχή, απολύτως ξένη προς την ιδέα της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας. Ούτε που του πέρασε από το μυαλό να σηκώσει το ακουστικό και να ειδοποιήσει τους συναδέλφους του για τον κίνδυνο που κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους. Στην πραγματικότητα, ένας μάγειρας δεν έχει συναδέλφους. Δεν υπάρχει πιο μοναχική θέση εργασίας από τη δική του. Κάτω απ’ αυτόν δε βρισκόταν κάποιος βοηθός μάγειρα. Πάνω απ’ αυτόν βρισκόταν ο Θεός ή, ακόμη πιο φοβερό, το Τίποτα – εξαρτάται από τις πεποιθήσεις του καθενός – και ο Μπανιτσάροφ ήταν άθεος.

Γέμισε ένα πιάτο με ζεστό πατσά για τον δήμαρχο, άνοιξε δύο παγωμένος μπίρες και κάθισε δίπλα του να του κάνει παρέα. Μέχρι την αναχώρηση της πτήσης του απέμεναν λιγότερες από δύο ώρες, ο δήμαρχος όμως δεν ανησυχούσε ή, σωστότερα, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν ποτέ δυνατόν να απογειωθεί το αεροπλάνο αφήνοντας πίσω μια τόσο σημαντική προσωπικότητα όπως η αφεντιά του. Συζητούσαν μεταξύ τους διάφορα, στη διάρκεια των σύντομων διαλειμμάτων ανάμεσα στις κουταλιές του δημάρχου. Ο Μπανιτσάροφ δεν αμφέβαλλε ότι ο νέος πρέσβης είχε πάει κατευθείαν στην πρεσβεία, κι αυτή η σκέψη τον έκανε να τραβάει τρυφερά την άκρη του γκρίζου γατίσιου μουστακιού του. Στις 15:30΄ ο οδηγός Μιλαντίν χτύπησε το κουδούνι της εισόδου. Ο δήμαρχος και ο μάγειρας έσφιξαν τα χέρια.

«Αν μείνεις ποτέ χωρίς δουλειά», είπε ο δήμαρχος, «έλα στην Προβάντια να με βρεις. Με τον πατσά που φτιάχνεις, αδελφέ μου, δεν πρόκειται να πεινάσεις ποτέ!»

Ο οδηγός, πάλι, δεν είχε ιδέα για τα δραματικά γεγονότα. Τα πληροφορήθηκε μόνο από τον φλύαρο συνομιλητή του, ο οποίος δεν παρέλειψε να τον συγχαρεί για το καινούργιο του αφεντικό. Και ο Μιλαντίν ήταν ύπαρξη μονόχνοτη, με αμβλυμένα κοινωνικά ένστικτα, γι’ αυτό και αποφάσισε να κρατήσει την είδηση για τον εαυτό του. Έκλεισε προληπτικά και το κινητό του. Αφού άφησε τον δήμαρχο στο Χίθροου, ο Μιλαντίν κατευθύνθηκε προς κάποια από τις αγορές του Λονδίνου.

Όταν ο Κόστα Μπανιτσάροφ έμεινε μόνος του με τον εαυτό του, έβγαλε από το πρόσωπό του τη μάσκα της αδιαφορίας και του θράσους που φορούσε πάντα όταν ερχόταν σε επαφή με άλλους ανθρώπους, κι αμέσως συνοφρυώθηκε σαν χωριάτης που βλέπει σύννεφα με χαλάζι να συγκεντρώνονται πάνω από χωράφι του. Δεν έδωσε καμία σημασία στη μουρμούρα της γυναίκας του, η οποία, ως συνήθως, έβριζε την κακιά της μοίρα.

«Μου κουβαλιούνται εδώ από του διαόλου τη μάνα, άνθρωποι του σκοινιού και του παλουκιού, τρώνε τον αγλέουρα, χέζουν, κι άντε μετά εσύ να καθαρίσεις τις βρωμιές τους!» είπε κουβαλώντας μια θεόρατη στοίβα πιάτα στην κουζίνα. «Μου έγιναν όλοι σπουδαίοι και τρανοί! Κι ο λαός από κάτω υποφέρει!»

Ήταν μια κοντή γεροδεμένη γυναίκα, με μεγάλα εργατικά χέρια και απύλωτο στόμα. Τα μάτια της, μισόκλειστα διαρκώς, κοίταζαν με θυμό και δυσπιστία την πραγματικότητα γύρω τους. Ως σύζυγος διεθνούς μάγειρα είχε γυρίσει πολλές χώρες, αλλά βαθιά μέσα της πίστευε ότι η μόνη υπαρκτή πραγματικότητα ήταν το κομμάτι γης ανάμεσα στον ποταμό Ίσκαρ και στο όρος Βίτοσα, όπου είχε γεννηθεί η ίδια. Ανεξάρτητα από το μέρος όπου βρισκόταν – το Παρίσι, το Βερολίνο ή το Λονδίνο –, εκείνη έστηνε την καθημερινότητα της οικογένειάς της σύμφωνα με αυτή την προκολομβιανή αντίληψη για τον κόσμο, δημιουργώντας πάντα μια νησίδα οικιακού πολιτισμού μέσα στις ζούγκλες της Δύσης.

Το τελευταίο διάστημα ο Μπανιτσάροφ αναρωτιόταν πολύ συχνά: γιατί, που να πάρει ο διάβολος, την είχε παντρευτεί; Ή, ακριβέστερα, γιατί, γαμώ το κέρατό του, συνέχιζε να είναι παντρεμένος μαζί της; Από τεμπελιά, αυτή είναι η αλήθεια. Βαριόταν να ψάξει γυναίκα που να την αγαπάει, γι’ αυτό και άπλωσε το χέρι κι έπιασε την πρώτη τυχούσα. Μετά βαριόταν να χωρίσει, και να που είκοσι χρόνια τώρα σερνόταν δίπλα της. Από σεξ τίποτα. Τσακώνονταν από το πρωί ως το βράδυ. Εκείνη τον περιφρονούσε. Εκείνος την περιφρονούσε. Μέσα στο μεγάλο χρονικό διάστημα που ήταν μαζί έκαναν και δύο παιδιά. Είχαν βάλει πολύ λίγα χρήματα στην άκρη – τόσο λίγα που δεν άξιζε να τα μοιράσουν.

Κατά το απόγευμα τηλεφώνησε στην πρεσβευτική κατοικία ο Τσαβντάρ Τολομάνοφ. Ζούσε εδώ και κάμποσα χρόνια στο Λονδίνο και συστηνόταν άλλοτε ως έμπορος, άλλοτε ως άνθρωπος της Τέχνης, μα στην πραγματικότητα ζούσε από κάτι άλλο, τρίτο, για το οποίο απέφευγε να μιλά. Κατά διαστήματα ο Μπανιτσάροφ τον προμήθευε φτηνά τσιγάρα, από εκείνα που προορίζονταν για το διπλωματικό σώμα, και σιγά σιγά είχαν γίνει φίλοι. Ο Τσαβντάρ Τολομάνοφ του πρότεινε κάτι που δεν το άντεχε ούτε η κατώτατου επιπέδου αισθητική του μάγειρα.

«Άκου, χτύπησα ένα γκομενάκι που θα πάθεις πλάκα άμα το δεις», τον ενημέρωσε. «Λατινοαμερικάνα! Θέλεις να σου τη δώσω να σου μιλήσει; Τη λένε Ζουλιέτ. Μόνο που δεν ξέρει γρυ βουλγάρικα, χα, χα...»

Ακουγόταν δυνατή μουσική και ο Μπανιτσάροφ υπέθεσε ότι ο Τολομάνοφ του τηλεφωνούσε από κάποιο μπαρ. Είχε πιει και, απ’ ό,τι έδειχνε, θα πρέπει να περνούσε καλά.

«Άκου τώρα, θέλω να μου κάνεις μια χάρη...» συνέχισε ο Τσαβντάρ Τολομάνοφ. «Έφυγε ο δήμαρχος; Εντάξει. Άκου τώρα – έχω πει ψέματα σ’ αυτήν τη Ζουλιέτ ότι είμαι ο πρέσβης της Βουλγαρίας. Γίνεται να τη φέρω στην πρεσβευτική κατοικία; Μόνο για ένα βράδυ, α;»

«Δε γίνεται», του το ξέκοψε ο Μπανιτσάροφ. «Ήρθε ο καινούργιος πρέσβης».

«Άντε, ρε!» απόρησε ο Μπανιτσάροφ. «Πώς κι έτσι;»

«Έτσι, στα καλά καθούμενα. Μου κουβάλησε τον κώλο του εδώ πριν από δύο ώρες», είπε θυμωμένα ο μάγειρας. «Άντε, έχω να καθαρίσω...»

«Θα μου κάνει και τον πρέσβη!» είπε από μέσα του και κατέβασε με δύναμη το ακουστικό.

Tags: Κλινική στον τρίτο όροφο σειρά μικρή οθόνη
ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΜΑΣ!
Το περιεχόμενο του GRReporter φτάνει σε σας δωρεάν 7 ημέρες την εβδομάδα. Δημιουργείται από μια ομάδα επαγγελματιών δημοσιογράφων, μεταφραστών, φωτογράφων, εικονοληπτών, ειδικών λογισμικού, γραφικών σχεδιαστών. Αν σας αρέσει η δουλειά μας και την παρακολουθείτε, σκεφτείτε μήπως θα θέλατε να μας υποστηρίξετε οικονομικά με ποσό που επιθυμείτε.
Subscription
Μπορείτε να μας βοηθήσετε και με εφάπαξ αποστολή οποιουδήποτε ποσού:
blog comments powered by Disqus