The Best of GRReporter
flag_bg flag_gr flag_gb

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Πλιάτσικο" του Γκεοργκι Γκροζντεβ

21 Οκτώβριος 2015 / 10:10:29  GRReporter
8715 αναγνώσεις

    Ο Χάντερ ακούει να κουδουνίζει τζάμι. Πιάνει ανθρώπινο μουγκρητό:

     «Εδώ δεν έχεις δουλειά! Η δική σου δουλειά είναι στο δάσος!»

    Ο Χάντερ καταλαβαίνει. Πέφτει η ασφάλεια. Το δίκαννο είναι έτοιμο, οπλισμένο.

     Από τότε παρατηρεί από τον λόφο. Η σιλουέτα του μοιάζει με φάντασμα Σαν κάποιος να έχει κατέβει από τον ουρανό. Κι έχει σταματήσει στο λόφο. Ή σαν να επιστρέφει ξανά, εκεί που πρωτοεμφανίστηκε. Σαν να μην υπήρχε ποτέ.

     Ήθελε να ρωτήσει για το όνομα του χωριού. Τι σόι άνθρωποι ήταν οι δυο γέροι. Οι τελευταίοι μάλλον, από έναν χαμένο κόσμο.. Κάποτε οι συγχωριανοί τους, μετατρέψανε τη εκκλησία σε χοιροστάσιο… Ποιος θα κάθεται τώρα να του εξηγεί…

     Πάντα είχε τι να παζαρέψεις σ’ αυτά τα μέρη. Ξυλεία, μελίσσια, κάθε είδος ζώα. Σταματούσαν μπροστά στο χάνι της πόλης. Για να φαίνονται πλούσιοι δένανε μεγάλη τάγιστρα κάτω απ τα κεφάλια των αλόγων τους. Μετά καμαρώνανε φιλόδοξα. Μερικοί τους υποψιάζονταν. Βγαίνανε απ’ το χάνι τάχα για την ανάγκη τους και ρίχνανε μια ματιά κάτω απ’ τις μουσούδες των αλόγων. Από τους άδειους τορβάδες βγήκε και η ονομασία του χωριού. Και πάλι εκεί, μέσα στους άδειους τορβάδες οι επόμενοι καιροί γονιμοποίησαν το μέλλον. Τους ρωτάγανε: Κι εσείς είστε από τον τορβά με τα ψέματα;

     Κάποτε, στο γυρισμό του από το χάνι, ο Ένιο το Νταούλι, ταξίδεψε με μία κοπέλα. Οι γεροντότεροι δεν προλάβανε να την προειδοποιήσουν, ή δεν τόλμησαν να της το πουν. Συνέβη πάνω στο κάρο, πάνω στο άδειο δερμάτινο σακί. Περνούσαν μέσα από το ανήλεο ρέμα. Εκεί που τώρα ο Χάντερ στήνει σανίδια με καρφιά για τα λάστιχα των λαθροκυνηγών.

      Φαινόταν εύκολη υπόθεση και περίπου νόμιμη. Το κορίτσι ήταν γειτονοπούλα. Ο Ένιο την κάλεσε μαζί του για να μη κουράζεται να περπατάει με τα πόδια απ’ την πόλη. Ήταν σχεδόν όσο κι η κόρη του. Το Νταούλι σκεφτόταν πως δεν θα του φέρει αντίσταση μια που ήταν τόσο χαρούμενη κι αφελής. Θα την ξεπέταγε στα γρήγορα.

     Ο Ένιο είχε αυτή τη συνήθεια, να παραφυλάει τις γυναίκες όταν επιστρέφανε μόνες από το χωράφι, με την τσάπα στον ώμο και κατεβασμένη ως τα μάτια την άσπρη μαντίλα. Τις παραμόνευε. Μέχρι που να καταλάβουν, τις έριχνε κάτω. Για πολλά χρόνια ήταν κοινοτάρχης. Σε ποιον θα κάνανε παράπονα; Μήπως, δεν φταίγανε οι ίδιες αφού είχαν πέσει ανάσκελα; Πρόσεχε μόνο να μην επαναλαμβάνονται τα θύματα. Είχε τις αρχές του.

     Εκεί, στο δάσος με τους αιωνόβιους γίγαντες  συνάντησε την κοπέλα κι ο Μιχαήλ ο Λευκός. Τώρα εκεί είναι φίσκα από βαλανίδια κι αγριογούρουνα. Όπως καθόταν με το κοπάδι του, είδε την άσπρη της πουκαμίσα να ανηφορίζει προς την κορυφή. Η Στάνα πέρασε το σκοινί  από  κλωνάρι. Την έπνιγε η ντροπή. Η θηλιά αγκάλιαζε τον τρυφερό της λαιμό. Ο Μιχάλ ο Λευκός την ξάφνιασε. Την απελευθέρωσε από το σκοινί. Την πείρε στα χέρια και της είπε:

     «Όχι! Ότι κι αν έχει συμβεί, ότι κι αν έχει συμβεί….»

     Η Στάνα ένιωθε την ανάγκη να εξομολογηθεί, μήπως και λυτρωθεί. Από τότε ο Μιχάλ ο Λευκός σταμάτησε  να πηγαίνει στην ταβέρνα. Πρόσεχε να μην μεθύσει. Μήπως και ξεφύγει το μυστικό απ’ τη λυμένη του  γλώσσα.

     Την παρακάλεσε κι αυτή δέχτηκε να του γίνει γυναίκα.

     Το μυστικό έμεινε σαν καύκαλο σκεπασμένο από τα παλιά φύλλα. Σαν να μην υπήρχε. Ήταν όμως ζωντανό. Η καρδιά του χτύπαγε μέσα στα χρόνια.

     Πόσες φορές ο Μιχάλ ο Λευκός ήθελε να τουφεκίσει τον Νταούλι!

     Μήπως είχε έρθει πια η ώρα της πληρωμής; Κανείς δεν θα το καταλάβαινε. Εκείνο το σκοινί κρεμιόταν πάνω στο φαρδύ δοκάρι του στάβλου. Είχε βυθιστεί στη σκόνη του χρόνου. Ήταν το σκοινί του Ένιου. Από το δικό του κάρο το είχε πάρει η γυναίκα.

     Τα παιδιά και τα εγγόνια τους είχαν μεγαλώσει. Είχαν χαθεί στις πόλεις ή στη ξενιτιά. Κανείς πια δεν ενδιαφερόταν για  τορβάδες με παλιά ψέματα.

     Μια χειμωνιάτικη νύχτα ο Λευκός πέταξε το σκοινί μπροστά στην πόρτα του Ένιο. Το πρωί το άγριο σκυλί του Ένιου, που έπνιγε ακόμη και λύκους – ο Γκορμπατσόβ, ούρλιαζε όπως τα σκυλιά ουρλιάζουν όταν κάποιος έχει πεθάνει.  Το αφεντικό του έχει απαγχονιστεί. Το άκουσε ο Χάντερ και κατέβηκε με το τζιπ. Πρόσεχε  να μην πέσει στα καρφιά που ο ίδιος είχε βάλει για τους άλλους. Ο Χάντερ πέρασε πλάι στον γέρο, χωρίς να τον προσέξει. Ο άνθρωπος παρίστανε πως μελετάει  ίχνη ζώου, σκυμμένος πάνω απ’ το δικό του ίσκιο.

      Η ελαφίνα βόσκει ήρεμα. Το φεγγάρι ξασπρίζει το σκοτάδι ανάμεσα στα δέντρα. Το χωράφι με τα θηράματα κοιμάται δίπλα  στο δάσος.

   Ο καθαρός ουρανός κουδουνίζει πάνω στα στάχυα της βρόμης. Βατράχια πηδάνε πάνω στον μαύρο δρόμο. Τα στήθη τους φουσκώνουν αστεία. Ανοίγουν άτσαλα τα μακριά τους ποδάρια. Μια πασχαλίτσα κοιμάται κάτω από φύλο βατομουριάς. Ονειρεύεται τη δροσοσταλίδα στην οποία αύριο θα καθρεφτίζεται.

    Ο μαύρος στριφτός δρόμος μουγκρίζει στις στροφές. Σιγά, σιγά ηρεμεί. Το πρωινό πάντα προβάλει μετά την ζάλη του ύπνου.

    Φτερουγίζουν πέρδικες. Ηχούν κουδούνες. Τα φτερά ακούγονται μακριά.

     Με κάθε θόρυβο η ελαφίνα σηκώνει το κεφάλι. Αφουγκράζεται. Κοιτάζει γύρω. Είναι πιστή στο ένστικτό της να προβλέπει και να προφυλάσσεται. Βόσκει ήρεμα, μα τα μάτια της αρχίζουν να φέγγουν. Τα λούζουν ακτίνες από φώτα.

     Η ελαφίνα στέκει ανήσυχη. Τραβιέται πίσω. Κουνάει τα αφτιά. Το εκτυφλωτικό λευκό απλώνεται μπροστά της.  Αισθάνεται μυρωδιά βενζίνης.

Tags: Κλινική στον τρίτο όροφο σειρά μικρή οθόνη
ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΤΕ ΜΑΣ!
Το περιεχόμενο του GRReporter φτάνει σε σας δωρεάν 7 ημέρες την εβδομάδα. Δημιουργείται από μια ομάδα επαγγελματιών δημοσιογράφων, μεταφραστών, φωτογράφων, εικονοληπτών, ειδικών λογισμικού, γραφικών σχεδιαστών. Αν σας αρέσει η δουλειά μας και την παρακολουθείτε, σκεφτείτε μήπως θα θέλατε να μας υποστηρίξετε οικονομικά με ποσό που επιθυμείτε.
Subscription
Μπορείτε να μας βοηθήσετε και με εφάπαξ αποστολή οποιουδήποτε ποσού:
blog comments powered by Disqus